βάκανον 1

βάκανον 1.
Grammatical information: n.
Meaning: `Althaea cannabina'.
Other forms: Cf. βάκανον τὸ ἀγριοκάναβον Lex. Parisinus gr. 2419.
Derivatives: βακάνιον (POsl.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: On the suffix cf. λάχανον and s. Chantr. Form. 199. Cf. βάκανον 2. See CEG 1 s.v.
Page in Frisk: 1,211

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάκανον — cabbage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακάνου — βάκανον cabbage neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακάνων — βάκανον cabbage neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πήγανο — το / πήγανον, ΝΜΑ, και απήγανο και απήγανος, ο, Ν φυτό που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, αποτελεί γένος το οποίο ανήκει στην οικογένεια αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών ζυγοφυλλίδες και περιλαμβάνει 5 περίπου είδη, σημαντικότερο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.